11 Μαΐ 2008

Οι νόμοι και πώς πρέπει να συντάσσονται

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2004


Tου Aντωνη Mακρυδημητρη*

Το ζήτημα της ποιότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων σε έναν τόπο όπου ενδημούν η πολυνομία όσο και η κακονομία, συνδέεται με την ανάγκη βελτίωσης των διαδικασιών παραγωγής των νόμων και των διατάξεων. Ιδίως με τη θέσπιση αρχών και κριτηρίων για την καλύτερη λειτουργία της διοίκησης, την εξυπηρέτηση του πολίτη και της κοινωνίας πολιτών, τον «πολιτισμό» της οποίας οφείλει να ακολουθεί σήμερα το κράτος.

Δεδομένης της σημασίας του ζητήματος αυτού και εν όψει των αναμενόμενων σχετικών πρωτοβουλιών από την κυβέρνηση, αξίζει να στρέψουμε για λίγο την προσοχή μας στη σχετική επιχειρηματολογία του Μοντεσκιέ για την αναγκαιότητα της καλής σύνταξης των νόμων.

Καταρχάς, το ύφος των νόμων, λέει ο Μοντεσκιέ, πρέπει να είναι περιεκτικό, συνεπτυγμένο (concis), να μην είναι πλαδαρό και χαλαρό, αλλά αυστηρό, επιγραμματικό και απαλλαγμένο από την περιττολογία. Ο καλός νόμος είναι σύντομος και κατανοείται ευχερώς όχι μόνο από τους νομικούς και τους γραφειοκράτες, αλλά από τον απλό πολίτη και τον λαό, γιατί σε αυτόν τελικά απευθύνεται.

Η δεύτερη αρχή της καλής νομοθέτησης έχει να κάνει, κατά τον Μοντεσκιέ, με την απλότητα του ύφους των νόμων, που πρέπει να είναι λιτοί, ευθείς και σαφείς. «Η ευθεία έκφραση εννοείται πάντα καλύτερα από την περιεσκεμμένη», γράφει. Πρέπει να αποφεύγονται, λοιπόν, το ρητορικό ύφος, ο στόμφος, η επίδειξη και η αλαζονεία της ισχύος. Αντίθετα, πρέπει δι’ ολίγων να λέγονται πολλά και όχι διά πολλών ολίγα.

Η τρίτη αρχή της καλής νομοθέτησης, που θίγει ο Μοντεσκιέ, αναφέρεται σε αυτό που θα χαρακτηρίζαμε σήμερα ως ταυτότητα και σαφήνεια του νοήματος. «Ουσιώδες είναι», υπογραμμίζει ο μεγάλος διανοητής, «να ξυπνούν τα λόγια των νόμων σε όλους τους ανθρώπους τις ίδιες ιδέες». Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να αποφεύγονται οι αόριστες ή ασαφείς έννοιες και εκφράσεις, ο νόμος να αντιστοιχεί στα πράγματα που επιχειρεί να ρυθμίσει, ούτως ώστε να μπορούμε «να κρίνουμε την πραγματικότητα με βάση την πραγματικότητα» και όχι με βάση κάποια σύμβολα ή αφηρημένες ιδέες.

Συναφώς, προσθέτει ο Μοντεσκιέ, οι νόμοι δεν πρέπει να έχουν λεπτομερειακό χαρακτήρα, να φορτίζονται με εξαιρετική περιπτωσιολογία, να είναι δυσνόητοι από τον μέσο άνθρωπο και να διέπονται από λογικές ακροβασίες. Η νομοθέτηση δεν αποτελεί επίδειξη ρητορικής ή γραφειοκρατικής δεξιοτεχνίας, αλλά πρέπει να εμφορείται από «την απλή λογική ενός οικογενειάρχη», που θέλει να ρυθμίσει τη ζωή του με βάση κάποιες σταθερές αρχές και κανόνες Δικαίου.

Γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να αποφεύγονται στη νομοθέτηση οι πολλές εξαιρέσεις. «Οι περιορισμοί, οι τροποποιήσεις» της γενικής ρύθμισης «είναι καλό να μην γίνονται», αναφέρει επί λέξει. Γιατί έτσι διαθλάται το κεντρικό νόημα του νόμου, οι λεπτολογικές εξαιρέσεις οδηγούν σε νέες εξαιρέσεις και, έτσι, ανοίγει ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος τελικά υπονομεύει την ασφάλεια του Δικαίου και ακυρώνει το «πνεύμα του νόμου». Καλύτερο Δίκαιο είναι το λιγότερο και σταθερότερο Δίκαιο, θα λέγαμε σήμερα. Γιατί η πολυνομία εκτρέφει όχι μόνο την κακονομία, τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις μεταξύ των νόμων, αλλά υπονομεύει το κύρος και την αξιοπιστία του Δικαίου, την εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτό.

Η σταθερότητα, επομένως, και η ασφάλεια του Δικαίου ενισχύουν την αξιοπιστία του, ώστε να μπορεί κανείς να συμπεράνει πως η κοινωνική ισχύς και η αξία του Δικαίου είναι αντιστρόφως ανάλογες του όγκου και του πλήθους των διατάξεων και των ρυθμίσεων, από τις οποίες αυτό συγκροτείται. Oσο περισσότεροι, λοιπόν, οι νόμοι και οι διατάξεις σε έναν τομέα της δημόσιας πολιτικής, τόσο χειρότερη καταλήγει να είναι η ποιότητα της νομοθεσίας που τη διέπει και λιγότερο αποτελεσματική η δράση του κράτους σε αυτήν.

Φυσικά, η προσαρμογή του Δικαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και περιστάσεις αποτελεί μείζονα κοινωνική αναγκαιότητα της σύγχρονης ζωής. Και δεν μπορεί να υποτιμηθεί ή να παραγνωριστεί. Oταν, όμως, γίνονται και λέγονται τόσα πράγματα για να δικαιολογηθεί η αναγκαιότητα ενός (νέου) νόμου, τότε «θα πρέπει αυτή η αιτιολογία να είναι άξια του νόμου», επισημαίνει ο Μοντεσκιέ, και να μην είναι προσχηματική και κατασκευασμένη.

Σε κάθε περίπτωση, η σύνταξη των νέων νόμων πρέπει να συνοδεύεται από τη λογική, ηθική και κοινωνική θεμελίωσή τους, ούτως ώστε να προκύπτει ευθέως ότι ο νόμος αντιστοιχεί προς την πραγματικότητα που επιχειρεί να (μετα-)ρυθμίσει. Πρέπει να προσέχουμε, λοιπόν, ώστε οι νόμοι να «μην αντίκεινται στη φύση των πραγμάτων», υπογραμμίζει ο Μοντεσκιέ, γιατί διαφορετικά είναι «σαν να παίζουμε με τους νόμους». Oμως, τούτο δεν βλάπτει μόνο τη δική τους ποιότητα και αξία, αλλά είναι και ενδεικτικό ενός κακού ύφους και ήθους διακυβέρνησης.

Στον τρόπο, λοιπόν, που νομοθετεί μια Πολιτεία, αντανακλάται ο δικός της ηθικός κώδικας και οι αξίες. «Πες μου τι νόμους έχεις και πώς τους θέτεις, για να σου πω ποιος είσαι», θα έλεγε ο κοινός νους. Γιατί οι νόμοι συναντούν πάντα «τα ήθη και τις προκαταλήψεις του νομοθέτη», μας έχει προειδοποιήσει ο έγκυρος αναλυτής, και τούτο είναι κάτι που δεν μπορεί να μην λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.

Ο νόμος περί των νόμων, ο οποίος κυοφορείται, θα αποτελέσει ένα δείγμα γραφής του τρόπου και της φιλοσοφίας της νέας διακυβέρνησης κατά τα χρόνια και τις ημέρες που έρχονται.

* Ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής Διοικητικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

20 Απρ 2008

Σύστημα Διάχυτου Ελέγχου


Το ελληνικό σύστημα δίνει σε κάθε δικαστήριο, ως τον συνταγματικά καθιερωμένο εφαρμοστή των νόμων, τη δυνατότητα να ελέγχει τη συνταγματικότητα ενός νόμου, όταν καλείται να τον εφαρμόσει, και σε περίπτωση που αυτός κριθεί αντισυνταγματικός, να τον παραμερίζει. Υπάρχει συγκεκριμένη λογική πίσω από αυτό το σύστημα. Το Σύνταγμα θεωρείται ως ο θεμελιώδης νόμος του πολιτεύματος, ως η ουσία αυτού. Γι’ αυτό στέκεται πάνω από κάθε νόμο που η συντεταγμένη νομοθετική εξουσία θεσπίζει. Έτσι, ένας νόμος δεν μπορεί να καταργεί το Σύνταγμα. Αυτό μπορεί να γίνει σε περιορισμένη έκταση μόνο μέσω της συντεταγμένης αναθεωρητικής διαδικασίας. Ο έλληνας δικαστής καλείται να περιφρουρήσει αυτή τη διαδικασία, όχι ως μία επιπλέον αρμοδιότητά του, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, του καθήκοντός του να εφαρμόζει το νόμο. Με αυτήν ακριβώς τη λογική, ανατίθεται το καθήκον αυτό σε κάθε δικαστή.

Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων μόλις με το τελευταίο Σύνταγμα αποτέλεσε γραπτή διάταξη. Μέσα όμως από τη λογική και νομική θεμελίωση που συνοπτικά περιγράφηκε παραπάνω, ο έλεγχος αυτός έχει καθιερωθεί από τις αρχές ακόμη του αιώνα και αποτελεί βέλος στη φαρέτρα του έλληνα δικαστή. Το σύστημα αυτό δίνει, λόγω του διάχυτου ελέγχου, τη δυνατότητα σε κάθε δικαστή να παραμερίσει έναν αντισυνταγματικό νόμο, και άρα σε κάθε πολίτη να διεκδικήσει τη μη εφαρμογή ενός νόμου που βλάπτει τα δικαιώματά του. Αυτή η αποκεντρωμένη λειτουργία δίνει την εντύπωση μιας δικαιοσύνης πιο κοντά στο πολίτη και συντελεί στη (δικαιολογημένη ή όχι) δημιουργία αίσθησης εμπιστοσύνης προς το δικαστήριο, σε αντίθεση με την συχνά αναξιόπιστη και απειλητική νομοθετική εξουσία.



Ακόμη και σ' αυτόν τον Δικαστή που σκέφτεται και κυρίως γράφει ότι :

Αν ερευνήσουμε το παρελθόν και το παρόν τότε θα εξακριβώσουμε εάν έχουμε πρόοδο, τι είναι πρόοδος και τι συντελείται με την πάροδο των χρόνων και των αντιλήψεων.
Κάποτε στην Ελλάδα, πριν από σαράντα χρόνια, με το «εφάπαξ» αγόραζες σπίτι, σήμερα δεν αγοράζεις ούτε την πόρτα του σπιτιού, και σε λίγο δεν θα υπάρχει ούτε το εφάπαξ, αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε στην Ελλάδα είχε 80% δάσος, σήμερα έχουν καεί ολόκληρα πανέμορφα δάση όπως της Πεντέλης, του Ταίναρου, της Ολυμπίας, του Γράμμου και είναι σήμερα καμμένες εκτάσεις, αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε οι περισσότεροι νέοι πήγαιναν στην Εκκλησία, για να πλησιάσουν την αλήθεια, η οποία δεν είναι ιδεολογία, ή οποιαδήποτε άλλη αντίληψη, αλλά αλήθεια, φως και ζωή είναι μόνον ο Κύριος Ημών Ιησούς ΧΡΙΣΤΟΣ, σήμερα η νεολαία καταλήγει στα αναμορφωτήρια και σαπίζει από την χρήση των ναρκωτικών αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε η γυναίκα ασχολείτο κυρίως με την ανατροφή των παιδιών της σήμερα διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τα παιδιά οι γκουβερνάντες και οι beisiter (sic). Αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε οι σύζυγοι δεν χώριζαν μολονότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι, σήμερα χωρίζουν με το παραμικρό και χωρίς ουσιαστική αιτία. Αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε τα παιδιά έτρωγαν σπιτικό φαγητό, τώρα τρώνε επιβλαβή έτοιμα και πλαστικά φαγητά. Αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε η ατμόσφαιρα, η θάλασσα και η φύση ήταν πεντακάθαρα, σήμερα είναι μολυσμένα αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε τα παιδιά τιμούσαν την σημαία, σήμερα, ευτυχώς σε ελάχιστες περιπτώσεις καίνε την σημαία, αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε τα κορίτσια των Ανατολικών «πρώην σοσιαλιστικών χωρών» εργαζόντουσαν στα εργοστάσια, σήμερα εργάζονται στους οίκους ανοχής της Δυτικής Ευρώπης, αυτό είναι πρόοδος;
Σήμερα, διαστρέφονται και οι μεγαλύτερες ιστορικές αλήθειες και αποσιωπούνται πανθομολογούμενες πραγματικότητες, όπως επί παραδείγματι, μαθαίνουν τα παιδιά ότι τους Γερμανούς, οι οποίοι μόνοι τους, πολέμαγαν γενναία με όλο τον κόσμο, τους νίκησαν οι Αγγλοαμερικάνοι, οι οποίοι και στο άκουσμα της λέξεως «Γερμανοί» τρεπόντουσαν σε φυγή, ενώ η αναμφισβήτητη πραγματικότητα είναι ότι εάν δεν υπήρχε το «ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ» θα ήταν ακόμη εδώ οι Γερμανοί. Σήμερα παίζονται κινηματογραφικές ταινίες για τα εγκλήματα των Γερμανών κατά των Εβραίων, αλλά αποκρύπτονται και αποσιωπούνται τα εγκλήματα των Εβραίων κατά των Παλαιστινίων, και τα εγκλήματα των «συμμάχων» κατά των Γερμανών, όπως πχ. στη Δρέσδη, όπου οι σύμμαχοι βομβάρδισαν και έκαψαν χιλιάδες γυναικόπαιδα.
Σήμερα όλοι οι «προοδευτικοί», «μοντέρνοι» και «ψευτοκουλτουριάρηδες» μιλούν και γράφουν απαξιωτικά και περιφρονητικά για τους βασιλείς και την βασιλευομένη Δημοκρατία, ενώ επιμελώς αποκρύπτουν ότι τα κράτη με την καλλίτερη κοινωνική πολιτική και κοινωνικές παροχές όπως η Σουηδία, η Νορβηγία και η Δανία είναι «βασίλεια».
Κάποτε με χίλιες (1000) δραχμές αγόραζες τα πάντα, σήμερα με τρία (3) ευρώ τι μπορείς να αγοράσεις; Σήμερα, ο Ελληνικός λαός είναι βυθισμένος στα δάνεια, και στους τόκους των Τραπεζών (δάνειο για σπίτι, για αυτ/το, για σπουδές, εορτοδάνεια κλπ). Αυτή είναι οικονομική πρόοδος της κοινωνίας;
Τα παραπάνω σημειώθηκαν, σαν απάντηση του όρου «πρόοδος» και του χαρακτυρισμού «προοδευτικός», και εάν η σημερινή πραγματικότητα είναι η περιγραφόμενη παραπάνω τότε σαφέστατα πρέπει να είμεθα κατά της αυτοαποκαλούμενης «προόδου», η οποία άλλωστε και στον τομέα της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, προσπαθεί να αποστερήσει και το πολυτιμότερο δώρο του ΘΕΟΥ στον άνθρωπο, δηλαδή την προσωπική ελευθερία, με τα κινητά, τις φωτογραφίσεις, τις βιντεοσκοπήσεις και τις κάμερες που παρακολουθούν πλέον όχι μόνο τις δημόσιες συναθροίσεις αλλά και τους εργαζόμενους στο χώρο της εργασίας τους (π.χ. Σούπερ Μάρκετ).
Επανερχόμενοι, στο θέμα της ηθικής, η απαγόρευση ενός ασέμνου βιβλίου δεν αποτελεί πράξη λογοκρισίας όπως δεν είναι λογοκρισία η οποιαδήποτε απαγόρευση στα παιδιά να διαβάζουν βιβλία που τα ωθούν σε άσχημες συνήθειες και κακές πράξεις όπως ναρκωτικά, κλοπές, πορνεία κλπ.
Ακόμη και η τιμωρία πολλές φορές είναι ωφέλιμη για τα παιδιά, όπως τονίζουν οι μεγαλύτεροι παιδαγωγοί, όπως για παράδειγμα, είναι καλλίτερο και επιβάλλεται να δώσουμε στο παιδί μία επίπληξη ή ελαφριά σωματική τιμωρία όταν πάει να βάλει το δάκτυλό του στην πρίζα του ηλεκτρικού ρεύματος παρά να μη το επιπλήξουμε, να βάλει το δάκτυλο στην πρίζα και να σκοτωθεί.
Η απαγόρευση ενός βιβλίου από τα αναγνωστέα βιβλία για τα παιδιά δεν σημαίνει ταυτόχρονα ότι καταδικάζεται το βιβλίο, το οποίο μπορεί για τους ενήλικους να είναι ενδιαφέρον, καθόσον υπάρχουν βιβλία λογοτεχνίας τα οποία ωφελούν τους μεγάλους (ενήλικες) αλλά η τυχόν ανάγνωσή τους μπορεί να βλάψει την ανώριμη παιδική ψυχή.
Το συγκεκριμένο βιβλίο «Ζιγκ-Ζαγκ στις Νερατζιές» περιέχει φράσεις άσεμνες και χυδαίες, και δεν αρμόζει να διαβάζεται από παιδιά, γιατί δεν συντελεί στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου τους, αυτό δεν σημαίνει ότι το εν λόγω βιβλίο δεν είναι ενδιαφέρον για τους ενήλικες, του οποίου βιβλίου η συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου μπορεί να είναι κατά τα λοιπά μια αξιόλογος συγγραφέας και λογοτέχνης.

Ακόμη και σ' αυτόν !


Ολόκληρη η απόφαση 511/18-1-08 Δικαστής: Δημήτριος Γαβαλάς Διάδικοι: Κων/νος Πλεύρης ΚΑΤΑ Ελληνικού Δημοσίου κλπ. εδώ

Σκέψεις - μεταξύ άλλων και - για τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας και το συζητούμενο Συνταγματικό Δικαστήριο :

Μιχάλης Σταθόπουλος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης 19/6/2007 - Συνέντευξη : “Θέμα συνείδησης, η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών”