13 Μαΐ 2012
29 Ιουλ 2009
In fraudem legis
Του ΚΩΣΤΑ Ε. ΜΠΕΗ
Η λατινική έκφραση in fraudem legis προσδιορίζει τη νομιμοφανή ενέργεια που επιχειρείται προς καταστρατήγηση των επιταγών του δικαίου,1 κάτι το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος.
Πρόκειται για την περίπτωση της κακόπιστης (unfair) επιδίωξης στόχου, που είναι ξένος προς τον σκοπό του σχετικού ρυθμιστικού νόμου.2 Μ' αυτή τη βαρειά μομφή, τρεις διαπρεπείς συνάδελφοι του Συνταγματικού Δικαίου, ο Γ. Κασιμάτης, ο Δ. Τσάτσος και ο Κ. Χρυσόγονος, αποδοκίμασαν τη διακηρυγμένη θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης να προκαλέσει πρόωρες βουλευτικές εκλογές τον προσεχή Μάρτιο, με το να εμποδίσει τον σχηματισμό της απαιτούμενης αυξημένης πλειοψηφίας για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από την υπάρχουσα Βουλή. Είναι αλήθεια ότι το Σύνταγμα παρέχει όντως αυτή την ευχέρεια στην αντιπολίτευση, να σύρει τον πρωθυπουργό σε εκλογική αναμέτρηση - ένα προνόμιο που, διαφορετικά, ανήκει αποκλειστικώς (και κακώς) σ' εκείνον. Μ' αυτή την παραδοχή, δεν θα υπήρχε περιθώριο εναντίωσης, αν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν θα είχε προχωρήσει σ' ένα περαιτέρω τολμηρό βήμα, καθώς διακήρυξε ότι ναι μεν θα καταψηφιστεί η πρόταση για ανανέωση της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας, όμως αυτή η αποδοκιμασία της υποψηφιότητάς του θα είναι μόνο προσωρινή. Μετά τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, ασμένως θα υπερψηφίσει και το ΠΑΣΟΚ την υποψηφιότητα που προεκλογικώς είχε αποδοκιμάσει!
Το άρθρο 32 § 4 του Συντάγματος, αναφορικά με την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας, προβλέπει τη διεξαγωγή τριών διαδοχικών ψηφοφοριών, με στόχο την επίτευξη αυξημένης πλειοψηφίας των 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών. Ορίζει δε ότι «αν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία ούτε και στην τρίτη ψηφοφορία, η Βουλή διαλύεται και προκηρύσσεται εκλογή για ανάδειξη νέας». Για κάθε καλόπιστο αναγνώστη το νόημα αυτής της ρύθμισης δεν είναι σκοτεινό. Θέλει να στηρίξει το γόητρο του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, που έχει ήδη τραυματιστεί από τις τρεις άγονες προεκλογικές ψηφοφορίες. Και έτσι αρκείται σε απλή πλειοψηφία της νέας Βουλής, ύστερα από μια νωπή εντολή του εκλογικού σώματος, το οποίο ήδη, κατ' αποτέλεσμα, καλείται να δώσει και τη δική του συγκατάθεση στην τελική επιλογή του νέου Προέδρου. Οι βουλευτικές εκλογές, λοιπόν, κατά το άρθρο 32 § 4 του Συντάγματος, δεν έχουν άλλον έλλογο στόχο, παρ' αποκλειστικώς και μόνο να προσδώσουν κύρος στον ήδη εκλεγόμενο νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος είχε αποδοκιμαστεί από την απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου. Αλλ' ακριβώς αυτή η περιπέτεια των τριών άγονων ψηφοφοριών ενώπιον της υπάρχουσας Βουλής ενδέχεται να περιαγάγει σε δοκιμασία τον αυτοσεβασμό του ίδιου του Προέδρου, κατά πόσον δηλαδή θα είναι διατεθειμένος να αφήσει να εμπλακούν το προσωπικό του γόητρο και το κύρος του θεσμού σε πολιτικές μηχανορραφίες, ξένες στον οφειλόμενο σεβασμό προς τη συνταγματική διαδικασία επανεκλογής του.
Θ'αναρωτηθεί ίσως ο καλοπροαίρετος αναγνώστης: Καλά, ακόμη και συ προσέρχεσαι τώρα, ως αυτόκλητος συνήγορος εκείνων που, πριν από δύο μήνες, μεθόδευσαν τη διατεταγμένη απουσία των κυβερνητικών βουλευτών κατά τις σχετικές ψηφοφορίες, και έτσι αμνήστευσαν τα τρωκτικά, τα οποία ατύχησε να έχει η χώρα ως μέλη υπουργικών συμβουλίων; Λοιπόν, απαντώντας, θα θυμίσω ότι, σ' αυτήν εδώ την ίδια στήλη, πριν από δύο περίπου εβδομάδες, δημοσιεύθηκε μια συνταρακτική καταγγελία ενός από τους πιο ευπρεπείς και έγκυρους δημοσιογράφους μας, του Βίκτωρα Νέτα: ότι δηλαδή, την εποχή της οικουμενικής κυβέρνησης Ζολώτα, το υπουργικό συμβούλιο είχε αποφασίσει να κηρύξει άγονο έναν εκκρεμή δημόσιο διεθνή διαγωνισμό για προμήθεια τηλεπικοινωνιακών εγκαταστάσεων, όμως αυτή την κυβερνητική απόφαση από κοινού είχαν ανατρέψει οι κατονομαζόμενοι αρχηγοί των τριών τότε συνεργαζόμενων κομμάτων, αφού στο μεταξύ είχαν εισπράξει πέντε δισεκατομμύρια δραχμές από την προμηθεύτρια εταιρεία για... τις ανάγκες των κομμάτων τους! Ματαίως περίμενα μια έντονη διάψευση. Η καταγγελία πέρασε σαν ελαφρό χάδι πάνω σε αναίσθητα κέρατα βοδιού. Ομως, σ' αυτό το σημείο, φίλε αναγνώστη, που με τιμάς με την προσοχή σου και με τον δικό σου προβληματισμό και καημό, οφείλω να σου εξομολογηθώ ότι, για πρώτη φορά στα 34 χρόνια θητείας μου σε τούτη τη φιλόξενη στήλη, δεν άντεξα και αυτολογοκρίθηκα, αναθεωρώντας την άμεση συνέχεια αυτής εδώ της παραγράφου, πάνω από πέντε φορές, καθώς αντίκριζα τα δάκρυα αγαπημένων προσώπων, που αρνούνται να δεχτούν ως αμετάκλητο τον ξεπεσμό, στον οποίο έχει κατρακυλήσει ο κορμός τόσο του πολιτικού κόσμου όσο και των ενθουσιωδών οπαδών τους, με τα χαζοχαρούμενα σημαιάκια τους και τις άναρθρες κραυγές. Κι αυτά, ενώ η χώρα μας έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια εξωτερικού δανεισμού, με άδηλο το σκοτεινό μέλλον της.
Ασφαλώς, υπάρχουν και εξαιρέσεις έντιμων πολιτικών, με καθαρό νου και ζήλο προσφοράς, ανέγγιχτων από το πάθος για προσωπικό αθέμιτο πλουτισμό. Πολιτικοί που, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανέλαβαν την ευθύνη της διακυβέρνησης του τόπου, είχαν επίγνωση του ότι σε αναξιόπιστους οπαδούς και διαβρωμένους συνεργάτες θα έπρεπε να στηρίξουν την προσπάθειά τους. Μ' επίγνωση λοιπόν του ότι λίγα μπορούσαν να προσφέρουν, που να έχουν προοπτική διάρκειας στον χρόνο, ο ένας πάσχισε και πέτυχε να βγάλει τη χώρα από την αποκλειστική επικυριαρχία της υπερατλαντικής υπερδύναμης, με τη σωτήρια ένταξή μας στην ΕΟΚ, παρά τις απερίσκεπτες φωνασκίες για την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ, ως το ίδιο συνδικάτο! Ο άλλος έβγαλε τη χώρα από την εξάρτηση του δολαρίου και πέτυχε την ένταξή της στο ευρωσύστημα, έβαλε την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ενωση, γέμισε τη χώρα με έργα (το μετρό, το αεροδρόμιο, την Αττική οδό, τη ζεύξη του Ρίου, την υποθαλάσσια ζεύξη του Ακτίου και άλλα πολλά). Ομως ο κυρίαρχος λαός, με τις δικές του ιδιοτελείς αξιώσεις, προτιμούσε εκείνους που τον αποκοίμιζαν με συνεχή εξωτερικό δανεισμό, τον οποίο ούτε τα εγγόνια μας δεν θα είναι σε θέση κάποτε να ξεπληρώσουν. Αυτή είναι η αληθινή εικόνα της ελληνικής Δημοκρατίας, κατά την εορταζόμενη τώρα τριακοστή πέμπτη επέτειό της. Εικόνα, που θυμίζει τον πικρό καημό του Χρυσοστόμου: «ερημία πολλή πανταχού (...) και ερείπια».3 Οπου και να στρέψεις το βλέμμα του νου σου, αντικρίζεις τη σύγχρονη πολιτική αθλιότητα, «ως αλώπεκες εν ερειπίοις».4
1. Βλ. Απ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 3η έκδ. § 35 αρ. 6 σελ. 460.
2. Πρβλ. Κ. Μπέη, Ανθρωποι που περνούν δίπλα μας - Μυθιστόρημα, Αθήνα, 1991 σελ. 88.
3. Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τον ψαλμόν, 55.348.17.
4. Θεοδώρητος, Ερμηνεία της προφητείας του Θείου Ιεζεκιήλ, 81.913.1.
Ετικέτες
Άρθρο,
Ελευθεροτυπία,
Μπέης,
Σύνταγμα
11 Μαΐ 2008
Οι νόμοι και πώς πρέπει να συντάσσονται
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2004
Tου Aντωνη Mακρυδημητρη*
Το ζήτημα της ποιότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων σε έναν τόπο όπου ενδημούν η πολυνομία όσο και η κακονομία, συνδέεται με την ανάγκη βελτίωσης των διαδικασιών παραγωγής των νόμων και των διατάξεων. Ιδίως με τη θέσπιση αρχών και κριτηρίων για την καλύτερη λειτουργία της διοίκησης, την εξυπηρέτηση του πολίτη και της κοινωνίας πολιτών, τον «πολιτισμό» της οποίας οφείλει να ακολουθεί σήμερα το κράτος.
Δεδομένης της σημασίας του ζητήματος αυτού και εν όψει των αναμενόμενων σχετικών πρωτοβουλιών από την κυβέρνηση, αξίζει να στρέψουμε για λίγο την προσοχή μας στη σχετική επιχειρηματολογία του Μοντεσκιέ για την αναγκαιότητα της καλής σύνταξης των νόμων.
Καταρχάς, το ύφος των νόμων, λέει ο Μοντεσκιέ, πρέπει να είναι περιεκτικό, συνεπτυγμένο (concis), να μην είναι πλαδαρό και χαλαρό, αλλά αυστηρό, επιγραμματικό και απαλλαγμένο από την περιττολογία. Ο καλός νόμος είναι σύντομος και κατανοείται ευχερώς όχι μόνο από τους νομικούς και τους γραφειοκράτες, αλλά από τον απλό πολίτη και τον λαό, γιατί σε αυτόν τελικά απευθύνεται.
Η δεύτερη αρχή της καλής νομοθέτησης έχει να κάνει, κατά τον Μοντεσκιέ, με την απλότητα του ύφους των νόμων, που πρέπει να είναι λιτοί, ευθείς και σαφείς. «Η ευθεία έκφραση εννοείται πάντα καλύτερα από την περιεσκεμμένη», γράφει. Πρέπει να αποφεύγονται, λοιπόν, το ρητορικό ύφος, ο στόμφος, η επίδειξη και η αλαζονεία της ισχύος. Αντίθετα, πρέπει δι’ ολίγων να λέγονται πολλά και όχι διά πολλών ολίγα.
Η τρίτη αρχή της καλής νομοθέτησης, που θίγει ο Μοντεσκιέ, αναφέρεται σε αυτό που θα χαρακτηρίζαμε σήμερα ως ταυτότητα και σαφήνεια του νοήματος. «Ουσιώδες είναι», υπογραμμίζει ο μεγάλος διανοητής, «να ξυπνούν τα λόγια των νόμων σε όλους τους ανθρώπους τις ίδιες ιδέες». Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να αποφεύγονται οι αόριστες ή ασαφείς έννοιες και εκφράσεις, ο νόμος να αντιστοιχεί στα πράγματα που επιχειρεί να ρυθμίσει, ούτως ώστε να μπορούμε «να κρίνουμε την πραγματικότητα με βάση την πραγματικότητα» και όχι με βάση κάποια σύμβολα ή αφηρημένες ιδέες.
Συναφώς, προσθέτει ο Μοντεσκιέ, οι νόμοι δεν πρέπει να έχουν λεπτομερειακό χαρακτήρα, να φορτίζονται με εξαιρετική περιπτωσιολογία, να είναι δυσνόητοι από τον μέσο άνθρωπο και να διέπονται από λογικές ακροβασίες. Η νομοθέτηση δεν αποτελεί επίδειξη ρητορικής ή γραφειοκρατικής δεξιοτεχνίας, αλλά πρέπει να εμφορείται από «την απλή λογική ενός οικογενειάρχη», που θέλει να ρυθμίσει τη ζωή του με βάση κάποιες σταθερές αρχές και κανόνες Δικαίου.
Γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να αποφεύγονται στη νομοθέτηση οι πολλές εξαιρέσεις. «Οι περιορισμοί, οι τροποποιήσεις» της γενικής ρύθμισης «είναι καλό να μην γίνονται», αναφέρει επί λέξει. Γιατί έτσι διαθλάται το κεντρικό νόημα του νόμου, οι λεπτολογικές εξαιρέσεις οδηγούν σε νέες εξαιρέσεις και, έτσι, ανοίγει ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος τελικά υπονομεύει την ασφάλεια του Δικαίου και ακυρώνει το «πνεύμα του νόμου». Καλύτερο Δίκαιο είναι το λιγότερο και σταθερότερο Δίκαιο, θα λέγαμε σήμερα. Γιατί η πολυνομία εκτρέφει όχι μόνο την κακονομία, τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις μεταξύ των νόμων, αλλά υπονομεύει το κύρος και την αξιοπιστία του Δικαίου, την εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτό.
Η σταθερότητα, επομένως, και η ασφάλεια του Δικαίου ενισχύουν την αξιοπιστία του, ώστε να μπορεί κανείς να συμπεράνει πως η κοινωνική ισχύς και η αξία του Δικαίου είναι αντιστρόφως ανάλογες του όγκου και του πλήθους των διατάξεων και των ρυθμίσεων, από τις οποίες αυτό συγκροτείται. Oσο περισσότεροι, λοιπόν, οι νόμοι και οι διατάξεις σε έναν τομέα της δημόσιας πολιτικής, τόσο χειρότερη καταλήγει να είναι η ποιότητα της νομοθεσίας που τη διέπει και λιγότερο αποτελεσματική η δράση του κράτους σε αυτήν.
Φυσικά, η προσαρμογή του Δικαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και περιστάσεις αποτελεί μείζονα κοινωνική αναγκαιότητα της σύγχρονης ζωής. Και δεν μπορεί να υποτιμηθεί ή να παραγνωριστεί. Oταν, όμως, γίνονται και λέγονται τόσα πράγματα για να δικαιολογηθεί η αναγκαιότητα ενός (νέου) νόμου, τότε «θα πρέπει αυτή η αιτιολογία να είναι άξια του νόμου», επισημαίνει ο Μοντεσκιέ, και να μην είναι προσχηματική και κατασκευασμένη.
Σε κάθε περίπτωση, η σύνταξη των νέων νόμων πρέπει να συνοδεύεται από τη λογική, ηθική και κοινωνική θεμελίωσή τους, ούτως ώστε να προκύπτει ευθέως ότι ο νόμος αντιστοιχεί προς την πραγματικότητα που επιχειρεί να (μετα-)ρυθμίσει. Πρέπει να προσέχουμε, λοιπόν, ώστε οι νόμοι να «μην αντίκεινται στη φύση των πραγμάτων», υπογραμμίζει ο Μοντεσκιέ, γιατί διαφορετικά είναι «σαν να παίζουμε με τους νόμους». Oμως, τούτο δεν βλάπτει μόνο τη δική τους ποιότητα και αξία, αλλά είναι και ενδεικτικό ενός κακού ύφους και ήθους διακυβέρνησης.
Στον τρόπο, λοιπόν, που νομοθετεί μια Πολιτεία, αντανακλάται ο δικός της ηθικός κώδικας και οι αξίες. «Πες μου τι νόμους έχεις και πώς τους θέτεις, για να σου πω ποιος είσαι», θα έλεγε ο κοινός νους. Γιατί οι νόμοι συναντούν πάντα «τα ήθη και τις προκαταλήψεις του νομοθέτη», μας έχει προειδοποιήσει ο έγκυρος αναλυτής, και τούτο είναι κάτι που δεν μπορεί να μην λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
Ο νόμος περί των νόμων, ο οποίος κυοφορείται, θα αποτελέσει ένα δείγμα γραφής του τρόπου και της φιλοσοφίας της νέας διακυβέρνησης κατά τα χρόνια και τις ημέρες που έρχονται.
* Ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής Διοικητικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
20 Απρ 2008
Σύστημα Διάχυτου Ελέγχου
Το ελληνικό σύστημα δίνει σε κάθε δικαστήριο, ως τον συνταγματικά καθιερωμένο εφαρμοστή των νόμων, τη δυνατότητα να ελέγχει τη συνταγματικότητα ενός νόμου, όταν καλείται να τον εφαρμόσει, και σε περίπτωση που αυτός κριθεί αντισυνταγματικός, να τον παραμερίζει. Υπάρχει συγκεκριμένη λογική πίσω από αυτό το σύστημα. Το Σύνταγμα θεωρείται ως ο θεμελιώδης νόμος του πολιτεύματος, ως η ουσία αυτού. Γι’ αυτό στέκεται πάνω από κάθε νόμο που η συντεταγμένη νομοθετική εξουσία θεσπίζει. Έτσι, ένας νόμος δεν μπορεί να καταργεί το Σύνταγμα. Αυτό μπορεί να γίνει σε περιορισμένη έκταση μόνο μέσω της συντεταγμένης αναθεωρητικής διαδικασίας. Ο έλληνας δικαστής καλείται να περιφρουρήσει αυτή τη διαδικασία, όχι ως μία επιπλέον αρμοδιότητά του, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, του καθήκοντός του να εφαρμόζει το νόμο. Με αυτήν ακριβώς τη λογική, ανατίθεται το καθήκον αυτό σε κάθε δικαστή.
Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων μόλις με το τελευταίο Σύνταγμα αποτέλεσε γραπτή διάταξη. Μέσα όμως από τη λογική και νομική θεμελίωση που συνοπτικά περιγράφηκε παραπάνω, ο έλεγχος αυτός έχει καθιερωθεί από τις αρχές ακόμη του αιώνα και αποτελεί βέλος στη φαρέτρα του έλληνα δικαστή. Το σύστημα αυτό δίνει, λόγω του διάχυτου ελέγχου, τη δυνατότητα σε κάθε δικαστή να παραμερίσει έναν αντισυνταγματικό νόμο, και άρα σε κάθε πολίτη να διεκδικήσει τη μη εφαρμογή ενός νόμου που βλάπτει τα δικαιώματά του. Αυτή η αποκεντρωμένη λειτουργία δίνει την εντύπωση μιας δικαιοσύνης πιο κοντά στο πολίτη και συντελεί στη (δικαιολογημένη ή όχι) δημιουργία αίσθησης εμπιστοσύνης προς το δικαστήριο, σε αντίθεση με την συχνά αναξιόπιστη και απειλητική νομοθετική εξουσία.
Ακόμη και σ' αυτόν τον Δικαστή που σκέφτεται και κυρίως γράφει ότι :
Αν ερευνήσουμε το παρελθόν και το παρόν τότε θα εξακριβώσουμε εάν έχουμε πρόοδο, τι είναι πρόοδος και τι συντελείται με την πάροδο των χρόνων και των αντιλήψεων.
Κάποτε στην Ελλάδα, πριν από σαράντα χρόνια, με το «εφάπαξ» αγόραζες σπίτι, σήμερα δεν αγοράζεις ούτε την πόρτα του σπιτιού, και σε λίγο δεν θα υπάρχει ούτε το εφάπαξ, αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε στην Ελλάδα είχε 80% δάσος, σήμερα έχουν καεί ολόκληρα πανέμορφα δάση όπως της Πεντέλης, του Ταίναρου, της Ολυμπίας, του Γράμμου και είναι σήμερα καμμένες εκτάσεις, αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε οι περισσότεροι νέοι πήγαιναν στην Εκκλησία, για να πλησιάσουν την αλήθεια, η οποία δεν είναι ιδεολογία, ή οποιαδήποτε άλλη αντίληψη, αλλά αλήθεια, φως και ζωή είναι μόνον ο Κύριος Ημών Ιησούς ΧΡΙΣΤΟΣ, σήμερα η νεολαία καταλήγει στα αναμορφωτήρια και σαπίζει από την χρήση των ναρκωτικών αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε η γυναίκα ασχολείτο κυρίως με την ανατροφή των παιδιών της σήμερα διαπαιδαγωγούν και ανατρέφουν τα παιδιά οι γκουβερνάντες και οι beisiter (sic). Αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε οι σύζυγοι δεν χώριζαν μολονότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι, σήμερα χωρίζουν με το παραμικρό και χωρίς ουσιαστική αιτία. Αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε τα παιδιά έτρωγαν σπιτικό φαγητό, τώρα τρώνε επιβλαβή έτοιμα και πλαστικά φαγητά. Αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε η ατμόσφαιρα, η θάλασσα και η φύση ήταν πεντακάθαρα, σήμερα είναι μολυσμένα αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε τα παιδιά τιμούσαν την σημαία, σήμερα, ευτυχώς σε ελάχιστες περιπτώσεις καίνε την σημαία, αυτό είναι πρόοδος;
Κάποτε τα κορίτσια των Ανατολικών «πρώην σοσιαλιστικών χωρών» εργαζόντουσαν στα εργοστάσια, σήμερα εργάζονται στους οίκους ανοχής της Δυτικής Ευρώπης, αυτό είναι πρόοδος;
Σήμερα, διαστρέφονται και οι μεγαλύτερες ιστορικές αλήθειες και αποσιωπούνται πανθομολογούμενες πραγματικότητες, όπως επί παραδείγματι, μαθαίνουν τα παιδιά ότι τους Γερμανούς, οι οποίοι μόνοι τους, πολέμαγαν γενναία με όλο τον κόσμο, τους νίκησαν οι Αγγλοαμερικάνοι, οι οποίοι και στο άκουσμα της λέξεως «Γερμανοί» τρεπόντουσαν σε φυγή, ενώ η αναμφισβήτητη πραγματικότητα είναι ότι εάν δεν υπήρχε το «ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ» θα ήταν ακόμη εδώ οι Γερμανοί. Σήμερα παίζονται κινηματογραφικές ταινίες για τα εγκλήματα των Γερμανών κατά των Εβραίων, αλλά αποκρύπτονται και αποσιωπούνται τα εγκλήματα των Εβραίων κατά των Παλαιστινίων, και τα εγκλήματα των «συμμάχων» κατά των Γερμανών, όπως πχ. στη Δρέσδη, όπου οι σύμμαχοι βομβάρδισαν και έκαψαν χιλιάδες γυναικόπαιδα.
Σήμερα όλοι οι «προοδευτικοί», «μοντέρνοι» και «ψευτοκουλτουριάρηδες» μιλούν και γράφουν απαξιωτικά και περιφρονητικά για τους βασιλείς και την βασιλευομένη Δημοκρατία, ενώ επιμελώς αποκρύπτουν ότι τα κράτη με την καλλίτερη κοινωνική πολιτική και κοινωνικές παροχές όπως η Σουηδία, η Νορβηγία και η Δανία είναι «βασίλεια».
Κάποτε με χίλιες (1000) δραχμές αγόραζες τα πάντα, σήμερα με τρία (3) ευρώ τι μπορείς να αγοράσεις; Σήμερα, ο Ελληνικός λαός είναι βυθισμένος στα δάνεια, και στους τόκους των Τραπεζών (δάνειο για σπίτι, για αυτ/το, για σπουδές, εορτοδάνεια κλπ). Αυτή είναι οικονομική πρόοδος της κοινωνίας;
Τα παραπάνω σημειώθηκαν, σαν απάντηση του όρου «πρόοδος» και του χαρακτυρισμού «προοδευτικός», και εάν η σημερινή πραγματικότητα είναι η περιγραφόμενη παραπάνω τότε σαφέστατα πρέπει να είμεθα κατά της αυτοαποκαλούμενης «προόδου», η οποία άλλωστε και στον τομέα της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, προσπαθεί να αποστερήσει και το πολυτιμότερο δώρο του ΘΕΟΥ στον άνθρωπο, δηλαδή την προσωπική ελευθερία, με τα κινητά, τις φωτογραφίσεις, τις βιντεοσκοπήσεις και τις κάμερες που παρακολουθούν πλέον όχι μόνο τις δημόσιες συναθροίσεις αλλά και τους εργαζόμενους στο χώρο της εργασίας τους (π.χ. Σούπερ Μάρκετ).
Επανερχόμενοι, στο θέμα της ηθικής, η απαγόρευση ενός ασέμνου βιβλίου δεν αποτελεί πράξη λογοκρισίας όπως δεν είναι λογοκρισία η οποιαδήποτε απαγόρευση στα παιδιά να διαβάζουν βιβλία που τα ωθούν σε άσχημες συνήθειες και κακές πράξεις όπως ναρκωτικά, κλοπές, πορνεία κλπ.
Ακόμη και η τιμωρία πολλές φορές είναι ωφέλιμη για τα παιδιά, όπως τονίζουν οι μεγαλύτεροι παιδαγωγοί, όπως για παράδειγμα, είναι καλλίτερο και επιβάλλεται να δώσουμε στο παιδί μία επίπληξη ή ελαφριά σωματική τιμωρία όταν πάει να βάλει το δάκτυλό του στην πρίζα του ηλεκτρικού ρεύματος παρά να μη το επιπλήξουμε, να βάλει το δάκτυλο στην πρίζα και να σκοτωθεί.
Η απαγόρευση ενός βιβλίου από τα αναγνωστέα βιβλία για τα παιδιά δεν σημαίνει ταυτόχρονα ότι καταδικάζεται το βιβλίο, το οποίο μπορεί για τους ενήλικους να είναι ενδιαφέρον, καθόσον υπάρχουν βιβλία λογοτεχνίας τα οποία ωφελούν τους μεγάλους (ενήλικες) αλλά η τυχόν ανάγνωσή τους μπορεί να βλάψει την ανώριμη παιδική ψυχή.
Το συγκεκριμένο βιβλίο «Ζιγκ-Ζαγκ στις Νερατζιές» περιέχει φράσεις άσεμνες και χυδαίες, και δεν αρμόζει να διαβάζεται από παιδιά, γιατί δεν συντελεί στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου τους, αυτό δεν σημαίνει ότι το εν λόγω βιβλίο δεν είναι ενδιαφέρον για τους ενήλικες, του οποίου βιβλίου η συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου μπορεί να είναι κατά τα λοιπά μια αξιόλογος συγγραφέας και λογοτέχνης.
Ακόμη και σ' αυτόν !
Ολόκληρη η απόφαση 511/18-1-08 Δικαστής: Δημήτριος Γαβαλάς Διάδικοι: Κων/νος Πλεύρης ΚΑΤΑ Ελληνικού Δημοσίου κλπ. εδώ
Σκέψεις - μεταξύ άλλων και - για τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας και το συζητούμενο Συνταγματικό Δικαστήριο :
Μιχάλης Σταθόπουλος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης 19/6/2007 - Συνέντευξη : “Θέμα συνείδησης, η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών”
Ετικέτες
Απόφαση,
Βιβλίο,
Δικαστήριο,
Νομολογία,
Νόμος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)